Greek Albanian Bulgarian Chinese (Simplified) Croatian Dutch English Finnish French German Italian Japanese Korean Norwegian Portuguese Romanian Russian Serbian Slovenian Spanish Swedish Turkish

dimosposotsanisheader

Βλαχτάς Θεόδωρος (Μακεδονομάχος)

Share

vlachtasΣτάθη Xp. Κουζούλη, "ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ" 
(Η Μητρόπολη του Νευροκοπίου (1870-1908)) 
Αφήγηση Δημητρίου Βλαχτάση του Αγγέλου, γεννηθέντος το 1927 στο Περιθώρι εγγονού του Μακεδονομάχου Δημητρίου Βλαχτάση (1870 - 1941) 

Ήταν το 1898. Δεύτερη ημέρα του Πάσχα, απόγευμα. Ο χορός των σχισματικών σε ίσιωμα έξω από το προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου είχε "ανάψει" για τα καλά. Ο Γρηγόριος Βλαχτάσης, αδελφός του παππού μου, ελεύθερος τότε και ίσως ερωτευμένος με κάποια κοπέλα σχισματική, μπαίνει στο χορό. Δυο νεαροί σχισματικοί, χωρίς να τον προειδοποιήσουν να εγκαταλείψει το χώρο, ως ανεπιθύμητος, ορμούν με μανία καταπάνω του και αρχίζουν να τον ξυλοκοπούν με παράφορο πάθος. Ήταν ξεκάθαρες οι πραγματικές διαθέσεις τους. Ήθελαν, έτσι, να αποδείξουν την πίστη τους στη Βουλγαρία. Κάποιος ορθόδοξος νέος, μου φαίνεται ο Γιάννης Βλαχτάσης, σύμφωνα με όσα μου έχει διηγηθεί ο παππούς μου, έτρεξε στο σπίτι για να ανακοινώσει το δυσάρεστο μαντάτο. Όπως κατηφόριζε, τρέχοντας, το στενό δρομάκι, σ' ένα καφενείο, που 'χε τραπέζια έξω, βλέπει το Θεόδωρο Βλαχτάση, θείο του και αδελφό του Γρηγόρη να πίνει τον καφέ του. Του λέει: "Πάνω στην εκκλησία οι σχισματικοί δέρνουν το θείο Γρηγόρη. Τρέξε να προλάβεις για να μην το σκοτώσουν". Αφήνει το φλιτζάνι του καφέ μισοαδειασμένο. Αφρίζει από το θυμό του. Δεν έκανε ούτε δύο λεπτά, όταν βρέθηκε στον τόπο του συμβάντος. Βρήκε τον αδελφό του καταγής, σχεδόν αναίσθητο. Ζήτησε να γνωρίσει τους "παλικαράδες", μακελάρηδες. Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει την κουβέντα του, όταν οι δυο σχισματικοί ξεχώρισαν από το πλήθος και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του, θρασείς και απειλητικοί. Ο θείος μου όμως δεν τους άφησε κανένα περιθώριο να αντιδράσουν. Με δυο μαχαιριές έριξε το ένα κάτω νεκρό. Ο δεύτερος, πάνω στον πανικό του, τράπηκε σε φυγή. Δεν του χαρίστηκε όμως. Τον κυνήγησε και τον έφτασε στα 200 μέτρα. Η τύχη του Γιάννη Σαμαρά (αυτό ήταν το ονοματεπώνυμο του) ήταν η ίδια με αυτήν του φίλου του. Έπειτα πέταξε το μαχαίρι στα κεραμίδια του σπιτιού του Ιβακίμα Νικόλα. 
Η τουρκική αστυνομία, που στο μεταξύ είχε ειδοποιηθεί, τον συνέλαβε και τον έκλεισε στα κρατητήρια. Την επόμενη ημέρα μεταφέρθηκε στην Προσοτσάνη, όπου παραπέμφθηκε σε τουρκικό δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε σε 20 χρόνια φυλακή. Οδηγήθηκε στις φυλακές της Ρόδου. Εκεί έμεινε φυλακισμένος τρία περίπου χρόνια. Στις 5 Μαΐου του 1901 δραπέτευσε. Την ακριβή ημερομηνία της δραπέτευσης του τη γνωρίζω από ένα γράμμα του προς τον παππού μου, που βρήκα τυχαία, ανάμεσα σε άλλα χαρτιά, το 1941. Βρέθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας, αφού μίσθωσε κάποιον βαρκάρη για να τον αποβιβάσει εκεί. Ταλαιπωρήθηκε ένα μήνα, ώσπου ένα βράδυ του Ιουνίου έφθασε στο χωριό. Ο παππούς μου του έδωσε χρήματα και χωρίς καμία καθυστέρηση έφυγε για το άγνωστο. Κατέληξε στη Βάρνα της Ανατολικής Ρωμυλίας (σήμερα Βουλγαρία). Εκεί άνοιξε καφενείο και δούλευε πολύ καλά. Πάνω στο χρόνο, δεν ξέρω πώς, οι Τούρκοι τον εντόπισαν. Η σύλληψη του ήταν θέμα χρόνου. Τότε ένας πομάκος χωροφύλακας τον ειδοποίησε ότι τον υποπτεύονταν και τον παρότρυνε να εγκαταλείψει τη Βάρνα και να εξαφανιστεί. Πράγματι, έτσι έγινε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, την ίδια στιγμή, εγκαταλείπει τα υπάρχοντα του για να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Ύστερα από κακοπάθεια 20 και πλέον ημερών έφθασε στις Σέρρες, χωρίς να κάνει την εμφάνιση του στο χωριό. Περιπλανιόταν για μερικούς μήνες μεταξύ Σερρών και Ανω Νευροκοπίου, για να βρει, τέλος, άσυλο στη μονή Προδρόμου Σερρών, όπου έμεινε κρυμμένος ως το 1903. 
Με την έναρξη του ένοπλου Μακεδόνικου Αγώνα, το 1903, εγκαταλείπει το μοναστήρι, για να καταλήξει στην Προσοτσάνη. Εκεί σχηματίζει ένοπλη ομάδα ανταρτών, που ήταν ο φόβος και τρόμος των Βουλγάρων κομιτατζήδων της περιοχής ως το 1908 δηλ. ως τη λήξη του Αγώνα. Δεν επιστρέφει στο χωριό. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Προσοτσάνη, όπου και παντρεύεται, σε κάπως, προχωρημένη ηλικία. Επιλέγει το αγαπημένο του επάγγελμα, του καφετζή. Και σήμερα οι γεροντότεροι της Προσοτσάνης θυμούνται το καφενείο του με την πινακίδα: 

"ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΣΤΑΡΤΙΣΤΑ" Θ. ΒΛΑΧΤΑΣΗ 

To 1912 εντάχθηκε στο 15μελές αντάρτικο σώμα του Καπετάν Δούκα ως ένα από τα επίλεκτα παλικάρια του. Ύστερα από απουσία εννέα και πλέον χρόνων από το χωριό, τότε του δόθηκε η ευκαιρία να ανταμωθεί με τον παππού μου Δημήτριο Βλαχτάση, ο οποίος υπήρξε σύνδεσμος των Σταρτιστινών αγωνιστών με το αντάρτικο σώμα του Καπετάν Δούκα. 
Για την ανεκτίμητη προσφορά του στον αγώνα, ο Δήμος Προσοτσάνης τον τίμησε με την ονομασία μιας οδού της κωμόπολης σε οδό "ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΛΑΧΤΑΣΗ". 


Ο ΔΟΥΚΑΣ 
Ο οπλαρχηγός Δούκας, πού τον κυνηγούσαν με τη μεγαλύτερη λύσσα, Τούρκοι και Βούλγαροι, καθώς και οί Γάλλο "οργανωτές" της χωροφυλακής στις Σέρρες και οι "Αγγλοι στη Δράμα, είχε πάει μόνος σ' ένα μικρό χωριό του κάμπου των Σερρών, να λύσει κάποια διαφορά, τον Αύγουστο του 1907. Toυς λίγους του άνδρες, τους είχε αφήσει στο βουνό. 
Η διαφορά γλήγορα τακτοποιήθηκε και για την επισφράγιση του συμβιβασμού, κάθισαν το βράδυ σε πλούσιο τραπέζι, αντιπρόσωποι απ' τις δύο μερίδες. 
Δεν έλειπαν όμως τ' αγκάθια και τα ζιζάνια απ' το χωριό. 'Υπήρχαν ίσως κρυπτοβούλγαροι ή άλλοι, πού είχαν θανάσιμη έχθρα στα μέλη τής Επιτροπής. 
Την στιγμή πού το γλέντι άναβε, τινάζεται ό Δούκας. -Τούρκοι έρχονται, είπε. 
-"Όχι, τζάνουμ καπετάνιε. Μπορεί τα σκυλιά ν' αλυχτάν σε λύκο. 
-"Έχουν και ιππικό! 
Το αυτί και ή διαίσθηση του δεν τον γέλασαν. Δύο λόχοι "κυνηγοί" (άβτζή-ταμπούρ) και μία ίλη ιππικό είχαν εκστρατεύσει απ' τις Σέρρες εναντίον του. 
Οι χωρικοί επιχείρησαν να τον καθησυχάσουν. Κι αν αληθινά έρχονταν οι Τούρκοι, δεν ήταν δύσκολο σ' ένα κοτζάμ χωριό να κρύψουν έναν άνθρωπο. Είχαν μεγάλες θημωνιές άχυρο και χόρτα, αμπάρια γεμάτα στάρι, απόκρυφα μέρη στις οροφές κ.τ.λ. 
-Γρήγορα μια φορεσιά χωριάτικα ρούχα, επρόσταξεν ό Δούκας. Δεν στέκομαι ούτε λεπτό στο χωριό. 
Και γυρίζοντας στον Μήτρο, πού καθόταν κοντά και δεν του είχε εμπιστοσύνη είπε. 
-Συ Μήτρο, φόρτωσε δυο σακιά σιτάρι στο άλογο σου και περίμενε με κάτω. Κάνε γλήγορα. Σ' έχω εσένα για τον πιο πιστό και αφοσιωμένο φίλο. 
"Ήξερε ότι οι Τούρκοι, δεν θα έφευγαν προτού τον ξετρυπώσουν, αφού είχαν τόσο καλό καταδότη στο χωριό. 
Γυρίζοντας έπειτα στους άλλους: 
-Σεις μονάχα το όπλο μου θα φυλάξετε, είπε. Και ανοίξτε τα γκαβά σας. 
Φόρεσε τα χωριάτικα και βγήκε. 
-Που πάς καπετάνιε; Που πας; Τρελάθηκες; Θα σε πιάσουν, του είπαν πολλοί. 
-"Έννοια σας. Ξέρω την δουλειά μου, τους αποκρίθηκε. 
Κάτω περίμενε ό Μήτρος, με το φορτωμένο άλογο. 
Ξεκίνησαν. Ήταν σκοτάδι και ησυχία. Οι Τούρκοι φρόντιζαν να μη κάμουν και τον μικρότερο θόρυβο. Το χωριό είχε βυθιστεί στο σκοτάδι και την σιωπή. 'Ακόμα και τα σκυλιά βουβάθηκαν σαν να ένοιωθαν το μεγάλο κίνδυνο. 
Στη βαθιά σιγαλιά, αντηχούσαν τα πέταλα του αλόγου και τα βήματα τους. Ξάφνου ακούστηκε ένα τραχύ "ντούρ" (στάσου). 
-Ποιοι είστε σεις; Ξανακούσθηκε μια τούρκικη χοντρή φωνή. 
-Χωριάτες γεωργοί, είμαστε, αποκρίθηκε τούρκικα ό Δούκας. 
-Πλησιάστε με τα χέρια ψηλά, πρόσταξε ή ίδια φωνή. 
Σήκωσαν τα χέρια και προχώρησαν. 
- 'Ερχόμαστε - ερχόμαστε, μπέη. Είμαστε ήσυχοι γεωργοί, είπε ό Δούκας. 
Πετάχτηκαν τότε από μερικά χαμόκλαδα, κάμποσοι στρατιώτες με τα όπλα τεντωμένα. Ήταν μαζί τους και ένας ανθυπολοχαγός πού τους έκαμε προσεκτική έρευνα. 
-Και δεν μου λέτε; Που πάτε τέτοια ώρα σεις οι "ήσυχοι γεωργοί"; 
-Στον μύλο, αποκρίθηκε ό Δούκας. Τι να κάμουμε λοχαγέ μπέη εφέντη, φτωχοί άνθρωποι είμαστε. Τα παιδιά δεν θα 'χουν αύριο ψωμί. 
-Μα έχει απαγορευθεί ή κυκλοφορία τη νύχτα. 
-Δεν μας έχουν ειπεί τίποτε στο χωριό, μπέη μου. Βγαίνουμε πάντοτε ελεύθερα τη νύχτα για τον μύλο και άλλες γεωργικές δουλειές. Προχθές χάθηκε το μουλάρι μου. Το ψάχναμε με τον αδελφό μου όλη την νύχτα. Και το βρήκαμε, δόξα τω Θεώ. "Ας είναι καλά ό πολυχρονεμένος ό Σουλτάνος. Έχομε ησυχία στα χωριά μας. 
-Μα κανένας άλλος δεν είναι έξω. Απ' το χωριό δεν ξεμύτισε ούτε πουλί. 
-Οι πλούσιοι, πασά μου, και οι τσορμπατζήδες φορτώνουν τα κάρα και πηγαίνουν με την ησυχία τους στο μύλο. Εμείς οι φτωχοί φορτώνουμε από ένα σακί στο άλογο και πάμε νύχτα για να έχουν τα παιδιά μας ψωμί αύριο. 
-Καλά, καλά, ξεφορτώστε τώρα. Ο κυρ συνταγματάρχης θ' αποφασίσει, αν θα πάτε στο μύλο ή στη φυλακή. 
-Και πότε θ' αλέσουμε μπέη πασά μου; Τι θα φαν αύριο τα μικρά παιδιά; 
-"Ας φαν χώμα. 

Ξεφόρτωσαν το άλογο. Ό "πιστός" Μήτρος δεν έβγαλε όλο το διάστημα λέξη. "Έτρεμαν τα γόνατα του. Ό Δούκας ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς σ' ένα σακί. 
-Μιλάς βλέπω καλά τα τουρκικά, είπε ό ανθυπολοχαγός. 
-"Όλο με μπέηδες και αγάδες έχω να κάνω. Δουλεύω στο τσιφλίκι του Αμέτ Μπέη. Μερικοί εχθροί μου με λέγουν, Νάκη αγά. 
-Ξέρεις τον Χατζή 'Οσμάν έφέντην; Στο σπίτι του κάθουμαι. 
-Πώς όχι; Πρόπερσι ήμουν επιστάτης στο κτήμα του. Πες του χαιρετίσματα από μένα το Νάκη, θα σου πει τι άνθρωπος είμαι. 
"Έβγαλε έπειτα απ' το ζωνάρι του την ταμπακέρα και έστριψε ένα τσιγάρο. 
- 'Απαγορεύεται ν' ανάψεις το τσιγάρο. 
- -Καλά, πασά μου. Δεν ανάβω το τσιγάρο. 

Σε λίγο. 
-Ξέρεις πασά μου, είναι χωριάτικος καπνός μα πρώτος. Σαν της Ξάνθης. Στρίψε αν θέλεις ένα τσιγάρο και θά ιδείς. Τις προάλλες, είχα πάει μια οκά του Χατζή 'Οσμάν έφέντη και μου είπε, άφερίμ. Είναι μερακλής. Καπνίζεις; 
-Καπνίζω. 
-Δοκίμασε αν θέλεις. 
Κι υστέρα από μικρή διακοπή. 
-Δεν ξέρω ποιος μασκαράς σας ξεσήκωσε με τα ψέματα του και σας χάλασε όλη την ησυχία. Μα τον Θεό δεν έχει τίποτε στο χωριό. Δεν πάτησαν ποτέ κομιτατζήδες. 
-"Έρχονται όμως οι άλλοι... 
-Ποιοι άλλοι; 
-Οι Γιουνάνηδες, οι αντάρτες, ό Δούκας. 
-Ο Δούκας; Χα, χα, χα! 
-Γιατί όχι; 
-Που έχει μούτρα να εμφανιστεί στο χωριό; Είχε φάει άλλοτε χρήματα των χωριανών μας. 
-Τον ξέρεις; Τι άνθρωπος είναι; 
-"Ένας μασκαράς, ρεζίλης, μπαγαπόντης. "Έφαγε την μεγάλη περιουσία του πατέρα του. Δεν ακούεται τώρα. Θα έχει γεμίσει κανένα λάκκο. Τέτοιο κεφάλι, τέτοιο σκούφο. Ό Μήτρος είχε σκύψει και διπλωθεί σαν κουβάρι. Ό αξιωματικός ζήτησε την ταμπακέρα. "Αναψαν τα τσιγάρα πίσω απ' το βάτο και τα σκέπαζαν με την φούχτα. 
O Δούκας σηκώθηκε απότομα με ένα ωχ και τα χέρια στην κοιλιά. 
- 'Αμάν πασά μου. ΝΑ πάω λίγο παραπέρα... Για φυσική ανάγκη... "Έφαγα πεπόνι καί μέ χάλασε. 
-"Α! όχι. 
- 'Αμάν πασά... "Έχω ζόρι μεγάλο... Καταλαβαίνεις... 
-"Όχι δεν γίνεται. "Έχομε αυστηρή διαταγή. 
-Πασά μου έχεις στα χέρια σου το άλογο, το σιτάρι, είναι και ό εξάδελφος μου ό Μήτρος... 
-"Όχι, όχι. "Αρχισε τότε ό Δούκας να ξετυλίγει το ατέλειωτο ζωνάρι του. 
-Τι; 'Εδώ; Μπροστά μου; 
-Τι να γίνει πασά; H ντροπή και ή αμαρτία δεν είναι δική μου... 
-"Όχι, όχι. Πώς γίνεται. 
- Απ' το ζόρι, πασά. Μήπως το θέλω κι εγώ; Μα το Θεό, θα τα πω και θα παραπονεθώ στον Χατζή 'Οσμάν. 
-"Αι στο διάβολο. Σπάσε το σβέρκο σου και πήγαινε πίσω από εκείνα τα χαμόκλαδα. 
Ό Δούκας πήγε και ξέχασε να γυρίσει... "Έφθασε υστέρα από λίγο, καβάλα στο περήφανο άλογο του, ό συνταγματάρχης Χαμήντ, πού τον έλεγαν για την αυστηρότητα του "κοκκαλοσπάστη" (γκεμίκ καράν). 
-Που 'ναι ό άλλος; φώναξε θυμωμένος. 
-Πήγε κ. συνταγματάρχα για φυσική του ανάγκη, τώρα, σ' αυτά εδώ τα χαμόκλαδα. 
Ένας δυνατός μπάτσος ήταν ή απάντηση. 
-Κτήνος! Είχες τον Δούκα στα χέρια σου. Με την ίδια μέθοδο μας ξέφυγε κι από την αστυνομία στις Σέρρες. 
Είχε προλάβει, φαίνεται να ειδοποιήσει ό προδότης για την έξοδο του Δούκα. 
Αμολήθηκε ευθύς το ιππικό να πιάσει τις προσβάσεις για τό βουνό. Ό Δούκας όμως τράβηξε ίσια στις Σέρρες και μπήκε σ' ένα φιλικό του σπίτι. 
Πλήρωσε ό "πιστός" Μήτρος.

Επόμενες Εκδηλώσεις

Κανένα γεγονός